Πάρτε μαθηματάκια από το χωρισμό εκκλησίας-κράτους στην ΕΣΣΔ

η εικόνα προφίλ σας, Η εικόνα ίσως περιέχει: τον Panos Papado, γυαλιά

του Παπαδομανωλάκη Παναγιώτη

Ο χωρισμός κράτους – Εκκλησίας έγινε επισήμως στις 5 Φεβρουαρίου 1918 . Λίγες ημέρες πριν ο Πατριάρχης Τύχωνας είχε αφορίσει τους επαναστάτες Μπολσεβίκους. Η εκκλησιαστική περιουσία δημεύτηκε από το κράτος(όμως επιστράφηκε πίσω στην εκκλησία εξ ολοκλήρου μετά την πτώση της ΕΣΣΔ και την καπιταλιστική παλινόρθωση), ενώ προχώρησε η κρατικοποίηση της εκκλησιαστικής και μοναστικής περιουσίας, παύση κάθε κρατικής επιχορήγησης, κρατικοποίηση των εκκλησιαστικών σχολείων και εξοντωτική φορολογία σε κάθε εκκλησιαστικό φορέα, οι οποίοι ως ιδιωτική επιχείρηση.

Απαγορεύτηκε η θρησκευτική προπαγάνδα και ακολούθησαν διώξεις ενάντια σε μέλη και κληρικούς της Εκκλησίας, που είχαν να κάνουν, κατά κύριο λόγο, με την αντεπαναστατική δράση τους και όχι με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Το  παραπάνω πρέπει να το διαβάζουμε κατανοώντας τις συνθήκες που επικρατούσαν στην πρώτη φάση της επανάστασης σε σχέση με τον αντεπαναστατικό ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Βρετανός ιστορικός Orlando Figes, υποστηρίζει ότι η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία, «αποτελούσε ένα σημαντικότατο προπαγανδιστικό όργανο και ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου»υπέρ του τσαρικού καθεστώτος, ενώ οι κληρικοί της «τροφοδοτούσαν με πληροφορίες την αστυνομία για ανατρεπτικά στοιχεία ανάμεσα στο ποίμνιό τους, ακόμα κι αν έλαβαν αυτές τις πληροφορίες μέσα από τη διαδικασία της εξομολόγησης.»(Orlando Figes, A Peoples Tragedy: The Russian Revolution, 1891-1924, Pilmico, Λονδίνο, 1997, σελ. 63.). Στην ημιφεουδαρχική Ρωσία το απολυταρχικό καθεστώς ήταν κατά της ισονομίας των θρησκευτικών οργανώσεων. Η Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία βρισκόταν σε πιο προνομιούχα θέση, με τα συμφέροντά της να προστατεύονταν από την κρατική εξουσία. Το Δημόσιο Ταμείο χορηγούσε τεράστια ποσά, όχι μόνο για την συντήρηση του κλήρου και των εκκλησιαστικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αλλά και για τη διάδοση του Χριστιανισμού. Η Τσαρική διοίκηση ακολουθούσε πολιτική βίαιου εκχριστιανισμού των βουδιστών, των μουσουλμάνων, των ιουδαίων, των ειδωλολατρών. Παράλληλα, άλλα θρησκευτικά ρεύματα, καθώς και οι οπαδοί τους γίνονταν αντικείμενο διακρίσεων ακόμη και διωγμών.

Παρά τα όσα διαδίδονται η εκκλησία ουδέποτε τέθηκε εκτός νόμου, ούτε απαγορεύτηκε η λατρεία. Οι λόγοι για αυτό ήταν κατ’ αρχάς ιδεολογικοί: δεν ήταν δουλειά της σοβιετικής εξουσίας να απαγορεύσει τη θρησκεία διά νόμου αλλά ήταν καθήκον του Κόμματος να εξαλείψει τους όρους που δημιουργούσαν την ανάγκη των ανθρώπων να καταφεύγουν στη θρησκεία. Όπως έγραφε και ο Μάρξ, άλλωστε:

”Ο άνθρωπος κάνει την θρησκεία, όχι η θρησκεία τον άνθρωπο. Η θρησκεία είναι η αυτοσυνείδηση και η αυτοσυναίσθηση του ανθρώπου που δεν έχει βρει ακόμα τον εαυτό του ή τον έχει ξαναχάσει. Η θρησκεία είναι η φαντασιακή πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας, αφού η ανθρώπινη ουσία δεν έχει αληθινή πραγμάτωση. Η θρησκευτική οδύνη είναι έκφραση της πραγματικής οδύνης και συνάμα διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική οδύνη. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, η ψυχή άψυχων συνθηκών. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει αξίωση της πραγματικής του ευτυχίας. Η αξίωση να εγκαταλειφθούν οι αυταπάτες γα την υπάρχουσα κατάστασή του σημαίνει αξίωση να εγκαταλειφθεί μια κατάσταση που έχει ανάγκη τις αυταπάτες. Η κριτική της θρησκείας είναι λοιπόν εμβρυωδώς η κριτική της κοιλάδας των δακρύων που φωτοστέφανό της είναι η θρησκεία”

Το παραπάνω παρόλα αυτά δεν το εμποδίζει να διαπιστώσει πως  «ο χριστιανισμός με τη λατρεία του αφηρημένου ανθρώπου… αποτελεί την πιο κατάλληλη μορφή θρησκείας για μια κοινωνία εμπορευματοπαραγωγών».

Ο ίδιος ο ηγέτης των Μπολσεβίκων επαναστατών, ο Λένιν, έγραφε ήδη από το 1905:

«Η θρησκεία είναι μια από τις μορφές πνευματικής καταπίεσης, που παντού και πάντοτε βάραινε τις λαικές μάζες, τις τσακισμένες από την αιώνια δουλειά για τους άλλους, την ανέχεια και τη μοναξιά. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει αναπόφευκτα την πίστη για μια καλύτερη μετά θάνατον ζωή, όπως ακριβώς και η αδυναμία του αγρίου στην πάλη με τη φύση γεννάει την πίστη στους θεούς, στους διαβόλους, στα θαύματα κτλ. Σ’αυτόν που σ’όλη του τη ζωή δουλεύει και στερείται, η θρησκεία διδάσκει ταπεινοφροσύνη και υπομονή στην επίγεια ζωή, παρηγορώντας τον με την ελπίδα της επουράνιας ανταμοιβής. Και σ’εκείνους που ζουν από ξένη εργασία η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντάς τους μια πολύ φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η θρησκεία είναι ένα είδος πνευματικού αλκοόλ, μέσα στο οποίο οι σκλάβοι του κεφαλαίου πνίγουν την ανθρώπινη μορφή τους, τις διεκδικήσεις τους για μια κάπως ανθρώπινη ζωή.

Ο δούλος όμως που ένιωσε τη δουλεία του και ξεσηκώθηκε στην πάλη για την απελευθέρωση του παύει κιόλας κατά το ήμισυ να είναι δούλος. Ο σύγχρονος συνειδητός εργάτης, διαπαιδαγωγημένος από τη μεγάλη εργοστασιακή βιομηχανία, φωτισμένος από τη ζωή της πόλης, αποτινάζει με περιφρόνηση τις θρησκευτικές προλήψεις, αφήνει τον ουρανό στη διάθεση των παπάδων και των αστών υποκριτών, κατακτώντας μια καλύτερη ζωή εδώ στη γη. Το σύγχρονο προλεταριάτο τάσσεται με το μέρος του σοσιαλισμού, που επιστρατεύει την επιστήμη στην πάλη ενάντια στη θρησκευτική θολούρα και λυτρώνει τον εργάτη από την πίστη στη μετά θάνατον ζωή, συσπειρώνοντάς τον στην πραγματική πάλη για μια καλύτερη επίγεια ζωή.

Η θρησκεία πρέπει να ανακηρυχθεί ατομική υπόθεση. Με τα λόγια αυτά καθιερώθηκε να εκφράζεται συνήθως η στάση των σοσιαλιστών απέναντι στη θρησκεία. Μα η σημασία αυτών των λέξεων πρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια, για να μην μπορούν να προκαλούν κανενός είδους παρανοήσεις. Η θρησκεία πρέπει να είναι ατομική υπόθεση για το κράτος, αυτό ζητάμε εμείς, σε καμμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να θεωρούμε τη θρησκεία ατομική υπόθεση για το Κόμμα μας. Το κράτος δεν πρέπει να έχει καμμία δουλειά με τη θρησκεία, οι θρησκευτικοί σύλλογοι δεν πρέπει να συνδέονται με την κρατική εξουσία. Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμμιά θρησκεία, δηλ. να είναι άθεος, όπως και είναι συνήθως κάθε σοσιαλιστής. Δεν επιτρέπονται σε καμιά περίπτωση κανενός είδους διακρίσεις δικαιωμάτων ανάμεσα στους πολίτες εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πρέπει να καταργηθεί απόλυτα ακόμα και κάθε υπόμνηση στα επίσημα έγγραφα σχετικά με το άλφα ή βήτα θρήσκευμα των πολιτών. Δεν πρέπει να δίνεται καμιά επιχορήγηση στην επίσημη εκκλησία του κράτους, καμμιά επιχορήγηση από τα χρήματα του δημοσίου στις εκκλησιαστικές και θρησκευτικές ενώσεις, που πρέπει να γίνουν ενώσεις πολιτών-ομοϊδεατών ολότελα ελεύθερες, ανεξάρτητες από την κρατική εξουσία. Μόνο με την ολοκληρωτική εφαρμογή αυτών των διεκδικήσεων μπορεί να μπει τέρμα στο επαίσχυντο και καταραμένο εκείνο παρελθόν, τότε που η εκκλησία βρισκόταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από το κράτος, ενώ οι ρώσοι πολίτες βρίσκονταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από την επίσημη εκκλησία, τότε που υπήρχαν και εφαρμόζονταν μεσαιωνικοί ιεροεξεταστικοί νόμοι (που διατηρούνται μέχρι σήμερα στους ποινικούς κώδικες και κανόνες), νόμοι που πρόβλεπαν διωγμούς για την πίστη ή για την απιστία, που ασκούσαν βία στη συνείδηση του ανθρώπου, που συνέδεαν τις δημόσιες θεσούλες και τα δημόσια έσοδα με τη διάδοση κάθε λογής πνευματικού οπίου που διοχετεύει η εκκλησία του κράτους. Ολκληρωτικός χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος – αυτή τη διεκδίκηση προβάλλει το σοσιαλ ιστικό προλεταριάτο στο σημερινό κράτος και στη σημερινή εκκλησία.

Η ρωσική επανάσταση πρέπει να πραγματοποιήσει αυτήν τη διεκδίκηση σαν απαραίτητο συστατικό μέρος της πολιτικής ελευθερίας. Η ρωσική επανάσταση, από την άποψη αυτή, βρίσκεται σε εξαιρετικά ευνοικές συνθήκες, γιατί η αηδιαστική ρουτίνα της αστυνομικο-δουλοπαροικιακής απολυταρχίας προκάλεσε δυσαρέσκεια, αναβρασμό και αγανάκτηση ακόμα και μέσα στον κλήρο. Όσο κακομοιριασμένος, όσο αμόρφωτος και αν είναι ο ρωσικός ορθόδοξος κλήρος, ωστόσο και αυτός ακόμα ξύπνησε με τον πάταγο που προξένησε της παλιάς μεσαιωνικής τάξης πραγμάτων στην Ρωσία. Ακόμα και ο κλήρος αυτός προσχωρεί στη διεκδίκηση της ελευθερίας, διαμαρτύρεται ενάντια στη ρουτίνα και στη γραφειοκρατική αυθαιρεσία, ενάντια στον αστυνομικό χαφιεδισμό που επιβλήθηκε στους «λειτουργούς του υψίστου». Εμείς οι σοσιαλιστές πρέπει να υποστηρίξουμε αυτό το κίνημα, ολοκληρώνοντας τις διεκδικήσεις των τίμιων και ειλικρινών ανθρώπων του κλήρου, να τους παρουσιάσουμε τα ίδια τους τα λόγια για ελευθερία και να τους ζητήσουμε να κόψουν αποφασιστικά κάθε δεσμό ανάμεσα στη θρησκεία και στην αστυνομία. Είτε είσθε ειλικρινείς, και τότε πρέπει να υποστηρίζετε τον ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και του σχολείου από την εκκλησία, να υποστηρίζετε την πλήρη και χωρίς όρους ανακήρυξη της θρησκείας σε ατομική υπόθεση. Είτε δεν παραδέχεστε αυτές τις συνεπείς διεκδικήσεις της ελευθερίας, και τότε σημαίνει πως είστε ακόμα αιχμάλωτοι των παραδόσεων της ιερής εξέτασης, τότε σημαίνει πως εξακολουθείτε να κολλάτε στις δημόσιες θεσούλες και στο δημόσιο κορβανά, τότε σημαίνει πως δεν πιστεύετε στην πνευματική δύναμη του όπλου σας, πως εξακολουθείτε να δωροδοκείστε από την κρατική εξουσία. Στην περίπτωση αυτή οι συνειδητοί εργάτες όλης της Ρωσίας σας κηρύττουν αμείλικτο πόλεμο.

Για το κόμμα του σοσιαλιστικού προλεταριάτου η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Το κόμμα μας είναι ένωση συνειδητών, πρωτοπόρων αγωνιστών για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μια τέτοια ένωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να στέκει αδιάφορη απέναντι στην έλλειψη συνειδητότητας, στην καθυστέρηση ή στο σκοταδισμό με τη μορφή θρησκευτικών δοξασιών. Απαιτούμε ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος για να καταπολεμούμε τη θρησκευτική θολούρα με καθαρά ιδεολογικά, και μόνο ιδεολογικά όπλα, με τον τύπο μας, με το λόγο μας. Άλλωστε εμείς συγκροτήσαμε την ένωση μας, το ΣΔΕΚΡ, για να διεξάγουμε ανάμεσα στ’άλλα, έναν τέτοιο ακριβώς αγώνα ενάντια σε κάθε θρησκευτική αποβλάκωση των εργατών. Για μας η ιδεολογική πάλη δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά υπόθεση όλου του κόμματος, όλου του προλεταριάτου».

Συνεχίζει δε, με το παρακάτω σχετικά με την σχέση εκκλησίας-κράτους-κόμματος:

Αφού είναι έτσι, τότε γιατί δεν δηλώνουμε στο πρόγραμμα μας πως είμαστε άθεοι; γιατί δεν απαγορεύουμε στους χριστιανούς και σ’εκείνους που πιστεύουν στο θεό να μπάινουν στο κόμμα μας;

Η απάντηση σ’αυτό το ερώτημα θα εξηγήσει την πολύ σοβαρή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στη σοσιαλδημοκρατική τοποθέτηση του ζητήματος της θρησκείας.

Ολόκληρο το πρόγραμμα μας είναι θεμελιωμένο πάνω σε επιστημονική και, συνάμα, στην υλιστική ακριβώς κοσμοθεωρία. Γι’αυτό η εξήγηση του προγράμματος μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την εξήγηση για τις πραγματικές ιστορικές και οικονομικές ρίζες της θρησκευτικής θολούρας. Η προπαγάνδα μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την προπαγάνδα του αθεϊσμού. Η έκδοση της αντίστοιχης επιστημονικής φιλολογίας, που ως σήμερα την απαγόρευε αυστηρά και την καταδίωκε η απολυταρχική-δουλοπαροικιακή κρατική εξουσία, πρέπει ν’αποτελέσει τώρα έναν από τους τομείς της κομματικής μας δουλειάς. Τώρα θα βρεθούμε ίσως στην ανάγκη ν’ακολουθήσουμε τη συμβουλή που έδωσε κάποτε ο Ένγκελς στους γερμανούς σοσιαλιστές: μετάφραση και μαζική διάδοση της γαλλικής διαφωτιστικής και αθεϊστικής φιλολογίας του XVIII αιώνα.

Ταυτόχρονα όμως δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να ξεπέφτουμε σε αφηρημένη, σε ιδεαλιστική τοποθέτηση του θρησκευτικού ζητήματος, ξεκινώντας «από το λόγο» και όχι από την ταξική πάλη, τοποθέτηση που κάνουν συχνά οι ριζοσπάστες δημοκράτες της αστικής τάξης. Θα ήταν ανοησία να νομίζουμε πως, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην απεριόριστη καταπίεση και αποκτήνωση των εργατικών μαζών, είναι δυνατόν να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις με καθαρά προπαγανδιστικά μέσα. Θα ήταν αστική στενοκεφαλιά να ξεχνάμε πως η θρησκευτική καταπίεση της ανθρωπότητας είναι απλώς προιόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης στους κόλπους της κοινωνίας. Με κανενός είδους φυλλάδες και με κανενός είδους κήρυγμα δεν μπορείς να διαφωτίσεις το προλεταριάτο, αν δεν το διαφωτίσει η ίδια η πάλη του ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις του καπιταλισμού. Η ενότητα αυτής της πάλης, πάλης πραγματικά επαναστατικής, που διεξάγει η καταπιεζόμενη τάξη για τη δημηουργία ενός επίγειου παραδείσου, είναι σπουδαιότερη για μας από την ενότητα γνωμών των προλεταρίων για τον επουράνιο παράδεισο.

Να γιατί δε μιλάμε, και δεν πρέπει να μιλάμε στο πρόγραμμα μας για τον αθεϊσμό μας. Να γιατί δεν απαγορεύουμε και δεν πρέπει να απαγορεύουμε στους προλεταρίους που έχουν διατηρήσει τούτα ή εκείνα τα υπολείμματα των παλαιών προλήψεων να πλησιάσουν στο κόμμα μας. Εμείς θα προπαγανδίζουμε πάντοτε την επιστημονική κοσμοθεωρία. Μας είναι απαραίτητο να καταπολεμούμε την ασυνέπεια οποιωνδήποτε «χριστιανών», αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως πρέπει να προωθούμε το θρησκευτικό ζήτημα στην πρώτη σειρά, γιατί σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτή η σειρά του, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπουμε το κομμάτιασμα των δυνάμεων της πραγματικά επαναστατικής, οικονομικής και πολιτικής πάλης για τριτεύουσες απόψεις και φαντασιοπληξίες, που χάνουν γρήγορα κάθε πολιτική σημασία, πετιούνται γρήγορα στην αποθήκη αχρήστων από την ίδια την πορεία της οικονομικής εξέλιξης.

Η αντιδραστική αστική τάξη φρόντιζε παντού, και τώρα αρχίζει να φροντίζει και στην χώρα μας, ν’ανάψει τη θρησκευτική έχθρα για να τραβήξει προς τα κει την προσοχή των μαζών, αποσπώντας την από τα πραγματικώς σοβαρά και θεμελιακά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, τα οποία λύνει τώρα πρακτικά το πανρωσικό προλεταριάτο που ενώνεται στην επαναστατική του πάλη. Η αντιδραστική αυτή πολιτική του κατατεμαχισμού των προλεταριακών δυνάμεων, που σήμερα εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή των πογκρόμ στα οποία προβαίνουν οι μαυροεκατονταρχίτες, ίσως να καταλήξει αύριο σε τίποτα πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Εμείς, εν πάση περιπτώσει, θα της αντιτάξουμε το ήρεμο, το σταθερό και υπομονητικό, το απαλλαγμένο από κάθε συδαύλιση διαφωνιών δευτερεύουσας σημασίας κήρυγμα της προλεταριακής αλληλεγγύης και της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.

Το επαναστατικό προλεταριάτο θα κατορθώσει ώστε η θρησκεία να γίνει πραγματικά ατομική υπόθεση για το κράτος. Και μέσα σ’αυτό το ξεκαθαρισμένο από την μεσαιωνική μούχλα πολιτικό καθεστώς το προλεταριάτο θ’αρχίσει μια πλατιά, ανοιχτή πάλη για την εξάλειψη της οικονομικής δουλείας, που είναι η αληθινή πηγή της θρησκευτικής αποβλάκωσης της ανθρωπότητας».

Τα παραπάνω τα επανέλαβε στο 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Εργατών,τονίζοντας πως «η πιο βαθιά πηγή των θρησκευτικών προλήψεων είναι η εξαθλίωση και η αμάθεια. Αυτά πρέπει να καταπολεμήσουμε».

Το σοβιετικό κράτος διαμέσου των μηχανισμών του υποστήριζε ενεργά την αθεΐα, προτρέποντας τους πολίτες να μην ασπάζονται καμιά θρησκεία. Παρ’ όλα αυτά, στην ΕΣΣΔ υπήρχαν και είχαν πιστούς σχεδόν όλες οι γνωστές θρησκείες. Κυριότερη θρησκευτική ομάδα ήταν οι Ορθόδοξοι. Ο αριθμός των Μουσουλμάνων ήταν επίσης σημαντικός. Το 1925, ιδιαίτερα ιδρύθηκε στη Σοβιετική Ένωση ο Σύνδεσμος των Άθεων Μαχητών ο οποίος κατεύθυνε μια πανσοβιετική εκστρατεία κατά των οργανωμένων θρησκειών.

Τα χρόνια που ακολούθησαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η εκκλησία εργαλειοποιήθηκε στα πλαίσια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, η αντιθρησκευτική πολιτική χαλάρωσε, δίχως όμως η σταλινική ηγεσία να διαπραγματευτεί ούτε για μια στιγμή οποιαδήποτε θεσμική επανασυγκόλληση εκλλησίας-κράτους.  Η ανάγκη για ευαισθητοποίηση και τόνωση του ηθικού των λαών της ΕΣΣΔ οδήγησε σε συνάντηση του Στάλιν με εκπροσώπους της Ορθόδοξης εκκλησίας. Όταν ο Μητροπολίτης Σέργιος ανέφερε στον Στάλιν ότι “δεν έχουν δυναμικό για να βοηθήσουν περισσότερο” κι ο Στάλιν ρώτησε “γιατί δεν έχετε δυναμικό;” κι η απάντηση που αναφέρεται ότι δόθηκε από τον ανώτατο κληρικό ήταν “Δεν έχουμε δυναμικό για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι εκπαιδεύαμε έναν για ιερέα και αυτός έγινε ο Στρατάρχης της Σοβιετικής Ένωσης” … κι ο Στάλιν τότε λέγεται ότι απάντησε: «Ναι, ναι, ήμουν μαθητής θεολογικής σχολής και άκουσα για σένα μια φορά». (Στα χρόνια που ο Στάλιν ήταν μαθητής στην ιερατική σχολή, ο Μητροπολίτης Σέργιος, μετέπειτα Πατριάρχης, ήταν πρύτανης της Θεολογικής Σχολής της Αγίας Πετρούπολης). Ο Στάλιν θυμήθηκε τα χρόνια στην ιερατική σχολή, ανέφερε την λύπη της μάνας του που δεν έγινε ιερέας κι η συζήτηση κράτησε αρκετές ώρες σε χαλαρό πλαίσιο και στο τέλος της ο Στάλιν θέλοντας να δώσει με την κίνηση αυτή μήνυμα σε κάθε κομμουνιστή και σε κάθε πατριώτη της ΕΣΣΔ, κρατώντας ως διάκονος τον Μητροπολίτη από το μπράτσο τον συνόδεψε έξω λέγοντας: «Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να κάνω για σένα τώρα»

Στις 22 Ιουνίου 1941, στην εορτή των Αγίων Πάντων, ο Μητροπολίτης Σέργιος έστειλε μήνυμα προς τους «ποιμένες της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας» όπου τους καλούσε να υπερασπιστούν την πατρίδα από τους «εχθρούς της Ορθοδοξίας». Στις 26 Ιουνίου, έλαβε χώρα μια προσευχή στον καθεδρικό ναό των Θεοφανείων της Μόσχας υπέρ της νίκης του ρωσικού στρατού και έγιναν εισφορές από τους πιστούς για τις ανάγκες του μετώπου. Κατά το πρώτο έτος του πολέμου, οι ορθόδοξες ενορίες της Μόσχας έδωσαν στο Ταμείο Άμυνας περισσότερα από 3 εκατομμύρια ρούβλια. Οι πιστοί από το Γκόρκι (σήμερα Νίζνι Νόβγκοροντ) έδωσαν 4 εκατομμύρια ρούβλια. Το 1942, έλαβε χώρα μαζική συνεισφορά για την υποστήριξη της κατασκευής τανκ. Στο πρώτο από αυτά, δόθηκε το όνομα «Dmitry Donskoy» και παρουσιάστηκε από τον Μητροπολίτη Νικόλαο στον κόκκινο στρατό στις 7 Μαρτίου 1944. Οι πιστοί από το Νοβοσιμπίρσκ συγκέντρωσαν 110.000 ρούβλια για την παραγωγή αεροσκαφών για την μοίρα που είχε όνομα «Για την Πατρίδα!» Κατά τη διάρκεια των ετών του πολέμου, οι Ορθόδοξοι πιστοί συγκέντρωσαν πάνω από 300 εκατομμύρια ρούβλια για το Ταμείο Εθνικής Άμυνας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ίδρυσε ειδικό ταμείο για τα παιδιά, ενώ μοναστήρια μεταβλήθηκαν σε νοσοκομεία και ορφανοτροφεία. Πολλοί πιστοί, ιδιαίτερα γυναίκες, εργάζονταν εκεί εθελοντικά.

Στην Ρωσία της καπιταλιστική παλινόρθωσης τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Σήμερα αν και το ρωσικό σύνταγμα δεν αναφέρεται άμεσα τουλάχιστον σε επίσημη θρησκεία αναφέρει ως επικρατούσα θρησκεία την Χριστιανική θρησκεία γενικά (αφήνοντας να εννοηθούν όλα τα δόγματα της όπως Ορθόδοξη, Ρωμαιοκαθολική, Διαμαρτυρόμενη κ.α). Το ρωσικό κράτος πληρώνει τους μισθούς μόνο των Ορθοδόξων ιερέων καθώς επίσης καλύπτει οικονομικά τα έξοδα και τις τελετουργίες της ορθόδοξης εκκλησίας(μεταφορά Αγίου φωτός με ιδιαίτερα λαμπρές τιμές με δαπάνες της κυβέρνησης,ανέγερση ορθοδόξων ναών κ.α). Οι ορθόδοξοι ιερείς μπορούν να επισκέπτονται τα δημόσια σχολεία στα οποία απαιτείται να διακοσμούν τους τοίχους ορθόδοξες εικόνες ενώ στις σχολικές αυλές συνήθως υπάρχει ένα εκκλησάκι. Στις ταυτότητες των πολιτών συμβολικά αναγράφεται πρώτα το θρήσκευμα και μετά η εθνικότητα. Η προσβολή των θρησκευτικών αισθημάτων των ορθόδοξων με οποιονδήποτε τρόπο διώκεται ποινικά. Οι πρόγονοι πολλών από τους σημερινούς Ρώσους υιοθέτησαν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό τον 10ο αιώνα. Η Ρωσική Εκκλησία ισχυρίστηκε ότι είχε 80 εκατομμύρια μέλη το 2005. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ρωσικού Κέντρου Ερευνών Δημόσιας Γνώμης, το 2007, το 63% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι ήταν Ρώσοι Ορθόδοξοι. Σε μια έρευνα του 2011, από το Κέντρο Λεβάδα, ο αριθμός των Ορθόδοξων Ρώσων έχει σταθερά αυξηθεί από 31% το 1991, στο 50% το 2001 και στο περίπου στο 70% το 2011. Από μια κοινωνιολογική έρευνα του 2012 για τη θρησκευτική προσήλωση, 58.800.000 άνθρωποι ή το 41% ​​του συνολικού πληθυσμού της Ρωσίας ήταν ενταγμένοι στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις ο Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν συνεργάστηκε στενά με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο Πατριάρχης Κύριλλος της Μόσχας, επικεφαλής της Εκκλησίας, ενέκρινε την εκλογή του Πούτιν το 2012.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *