Κλάφτε λαοί, ο Στάλιν πέθανε(σαν σήμερα)

Please follow and like us:
Follow by Email
Facebook
Facebook
Google+
http://www.guernica.eu/2018/12/%ce%ba%ce%bb%ce%ac%cf%86%cf%84%ce%b5-%ce%bb%ce%b1%ce%bf%ce%af-%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%b9%ce%bd-%cf%80%ce%ad%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%ce%b1%ce%bd-%cf%83%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1

η εικόνα προφίλ σας, Η εικόνα ίσως περιέχει: τον Panos Papado, γυαλιά

του Παπαδομανωλάκη Παναγιώτη

Σαν σήμερα το 1878 γεννιέται ο νικητής του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού όταν η σημαία των λαών καρφώθηκε στην καρδιά του κτήνους του φασισμού, Ιωσήφ Στάλιν. Μετά τον θάνατό του, το όνομα του θα κακοποιηθεί όσο κανενός, θα στερηθεί την αναγκαία και ψύχραιμη κριτική για το ιστορικό πλαίσιο που έδρασε, τα συν και τα κατά του και θα αναδειχτεί σε «κόκκινο μπαμπούλα» για να τρώνε οι λαοί την παραγόμενη καπιταλιστικά τροφή τους.

Έγραψε για αυτόν ο δικός μας Τάσσος Λειβαδίτης, όταν ανακοινώθηκε ο θάνατός του, στο ποίημά του «Το μεγάλο αγκωνάρι»:

Κλάφτε λαοί. Από σήμερα ο κόσμος είναι λιγότερο μεγάλος.

Ο Στάλιν πέθανε.

Ο ίσκιος απ’ το μεγάλο φέρετρό του χαράζει

ένα πελώριο πένθος στα μανίκια των προλετάριων.

Αυτό το φέρετρο που σήμερα σηκώνουνε στους όμους τους οι λαοί.

Ο Στάλιν πέθανε.

Απ’ όλα τις γωνιές του κόσμου οι εργάτες κι οι αγρότες του στέλνουν το χαιρετισμό τους και τον όρκο τους.

Το Ντνιεπροστρόι ξεριζώνει τα τσιμεντένια του πόδια κι έρχεται να κλάψει στο προσκέφαλό του.

Κι ο γέρο-Βόλγας, αϊ για-για, είχε να δει έτσι μαύρη μέρα, από τις μαύρες μέρες της σκλαβιάς.

Μα όχι, δεν είναι αλήθεια γέρο-Βόλγα, όχι αδέρφια λαοί.

Ο Στάλιν δεν πέθανε.

Όταν οι εργάτες χτίζουν τις μεγάλες γέφυρες για να περάσει το μέλλον

Ο Στάλιν ζει.

Όταν οι κόκκινοι φαντάροι αγρυπνάνε για την πατρίδα και την Ειρήνη

Ο Στάλιν ζει.

Όταν μισούμε τον πόλεμο, όταν αντιστεκόμαστε στον πόλεμο

Ο Στάλιν ζει.

Όταν ελπίζουμε, όταν τραγουδάμε, όταν παλεύουμε

Ο Στάλιν ζει.

Όταν σε όλο τον κόσμο οι πατριώτες πεθαίνουν για τη λευτεριά

Ο Στάλιν ζει.

Γιατί ο Στάλιν δεν είναι ένας άνθρωπος για να μπορεί να πεθάνει!
Ο Στάλιν είναι η ελπίδα και το ψωμί, είναι τ’ ατσάλι και η Ειρήνη…

Ο Στάλιν είναι η φωτιά που τέσσερα δισεκατομμύρια χέρια απλώνονται να ζεσταθούν

Ο Στάλιν είναι ποτάμι και φράγμα, υψικάμινος και σημαία.

Ο Στάλιν είναι το μεγάλο αγκωνάρι που ακουμπάει ο κόσμος.

Κοιτάχτε τον!

Να ‘τος!

Πελώριος!

Σαν ένα βουνό!

Όπου κι αν γυρίσετε θα δείτε το πλατύ του χέρι να σας γνέφει.

Ο Στάλιν περπατάει τους δρόμους της Ρωσίας της Ρωσίας, γυρνάει όλους τους δρόμους του κόσμου.

Θα τον βρείτε πλάι στους εργάτες να φτυαρίζει το κάρβουνο και να τροφοδοτεί τη φωτιά του χρόνου και της ελπίδας.

Θα τον βρείτε στον θερισμό να δίνει ένα χέρι στους κουρασμένους χωριάτες

Θα τον δείτε συλογισμένο να κοιτάει μακριά και να ονειρεύεται την ευτυχία του κόσμου

Ενώ το ηλιοβασίλεμα θα πέφτει πάνω του αργά σα μια κόκκινη σημαία

Ο Στάλιν ζει!

Ακούστε, ακούστε λοιπόν!

Μες στο γιγάντιο βήμα των λαών ακούστε τη μεγάλη καρδιά του να χτυπάει…

Κλάφτε λαοί… Από σήμερα ο κόσμος είναι λιγότερο μεγάλος

Ο Στάλιν πέθανε.

Κι ο γέρο-Βόλγας, αϊ για-για…

Μάθε κάθε πολιτεία κάθε γωνιά του κόσμου από σήμερα παίρνει τα’ όνομά του

Γίνεται ένα Στάλινγκραντ.

Κι οι εργάτες ανεβασμένοι στην πελώρια σκαλωσιά του ήλιου

Με τα σφυριά τους σκαλίζουν τη μορφή του στην είσοδο της Ιστορίας.

Προχωρείτε λαοί. Από σήμερα ο κόσμος θα γίνει ακόμα πιο μεγάλος

Ο Στάλιν πέθανε.

Ο Στάλιν ζει. Εμπρός, εμπρός, τραγουδώντας το μεγάλο όνομά του, προχωρείτε

Προχωρείτε λαοί.

Κι ο γέρο-Βόλγας, αϊ για-για, έχει να δει μεγάλες μέρες, σαν έρθει η Ειρήνη κι η παγκόσμια λευτεριά.

Ο άνθρωπος-σύμβολο της Κουβανικής Επανάστασης, Ερνέστο Γκεβάρα, ευρισκόμενος στην Γουατεμάλα, σημείωνε σε γράμμα του στην θεία Μπεατρίς:

«Κατά τη διαδρομή μου είχα την ευκαιρία να περάσω απ’ την «επικράτεια» της United Fruit Co, πείθοντας με ακόμη μια φορά πόσο απαίσια είναι αυτά τα καπιταλιστικά χταπόδια. Ορκίστηκα μπροστά σε μια φωτογραφία του παλαιού και θρηνημένου συντρόφου Στάλιν ότι δεν θα ησυχάσω μέχρι να δω τον αφανισμό αυτών των χταποδιών». (Πηγή: Jon Lee Anderson, Che Guevara: A revolutionary life, 1997).

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Γκεβάρα έγραφε προς το μέλος του Κινήματος της 26ης Ιούλη Ρενέ Ράμος Λατούρ (Ντανιέλ):

«Στα επονομαζόμενα «λάθη του Στάλιν» βρίσκεται η διαφορά μεταξύ μιας επαναστατικής και μιας ρεβιζιονιστικής αντίληψης. Πρέπει να μελετήσεις τον Στάλιν στο ιστορικό πλαίσιο που κινήθηκε, όχι να τον δεις (αποκλειστικά) ως ένα είδος αγριάνθρωπου, αλλά στα συγκεκριμένα ιστορικά όρια. Ασπάστηκα τον κομμουνισμό εξαιτίας του πατερούλη Στάλιν και κανείς δεν πρέπει να ‘ρθει να μου πει ότι δεν πρέπει να διαβάζω Στάλιν. Τον διάβαζα όταν ήταν κάτι πολύ κακό να διαβάζεις γι’ αυτόν. Αυτό ήταν σε μια άλλη εποχή. Και επειδή δεν είμαι πολύ ευφυής, αλλά και ξεροκέφαλος, συνεχίζω να τον διαβάζω. Ιδιαίτερα σε αυτήν τη νέα περίοδο που είναι ακόμη χειρότερο να διαβάζεις (για τον Στάλιν). Τότε, όπως και τώρα, βρίσκω μια σειρά πραγμάτων που είναι πολύ καλά»(…)«Πιστεύω ότι η βασική ιδεολογία στην οποία ο Τρότσκι βασίστηκε ήταν λανθασμένη, τα κρυφά κίνητρα της δράσης του (ήταν) λανθασμένα και τα τελευταία του χρόνια υπήρξαν σκοτεινά. Οι τροτσκιστές δεν έχουν συνεισφέρει τίποτα απολύτως στο επαναστατικό κίνημα – εκεί που έδρασαν περισσότερο ήταν στο Περού αλλά στο τέλος απέτυχαν επειδή χρησιμοποιούν κακές μεθόδους» (Comments on ‘Critical Notes on Political Economy’ by Che Guevara, Revolutionary Democracy Journal, 2007).

Σε γράμμα του προς τον Κουβανό τροτσκιστή- και σημαντικό στέλεχος της Επανάστασης- Αρμάντο Χαρτ, ο Τσε σημείωνε:

«Στην Κούβα δεν υπάρχει τίποτα δημοσιευμένο, εάν εξαιρέσουμε τα σοβιετικά τούβλα, τα οποία φέρουν τη δυσκολία ότι δεν σ’αφήνουν να σκεφτείς – το κόμμα σκέφτεται για σένα και συ πρέπει να το αφομοιώσεις. Θα ήταν αναγκαίο να δημοσιευθεί η πλήρης εργογραφία των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν (υπογραμμισμένο από τον Τσε στο αυθεντικό έγγραφο της επιστολής) και άλλων σπουδαίων μαρξιστών. Εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τους μεγάλους ρεβιζιονιστές (εάν θέλεις μπορείς να προσθέσεις τον Χρουστσώφ) και επίσης τον φίλο σου τον Τρότσκι ο οποίος υπήρξε και προφανώς έγραψε κάτι» (Πηγή: εφημερίδα Contracorriente, φυλ. 9, Αβάνα 1997).

Ακόμα και ο Τσόρτσιλ, μεγάλος πολέμιος του κομμουνισμού, μιλώντας στη Βουλή των Λόρδων, με την ευκαιρία των 80 χρόνων από τη γέννηση του Στάλιν, είπε:

«Μεγάλη ευτυχία για τη Ρωσία (σ.σ. ΕΣΣΔ) ήταν, ότι στα χρόνια των σκληρών δοκιμασιών, την καθοδήγησε, ο μεγαλοφυής και ακλόνητος στρατηλάτης Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν. Ο Στάλιν ήταν άνθρωπος ασυνήθιστης ενέργειας, πολυμορφωμένος, στα έργα του αντηχούσε πάντα η εκτελεστική δύναμη. Η δύναμη αυτή ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αναδείχτηκε σε ανεπανάληπτο ηγέτη μεταξύ των καθοδηγητών εκείνων των καιρών.

Κατείχε βαθιά συνετή σοφία, ήταν ανυπέρβλητα μάστορας και κατάφερνε να βρίσκει στις δύσκολες στιγμές διέξοδο, από την πιο αδιέξοδη κατάσταση. Στις πιο τραγικές στιγμές και σε στιγμές θριάμβου ήταν όμοια συγκρατημένος και ποτέ δεν παρασυρόταν από τις συγκινήσεις. Ηταν άνθρωπος που συνέτριβε τον εχθρό του, με τα χέρια των εχθρών του. Μάλιστα, ανάγκασε και εμάς που μας ονόμαζε ιμπεριαλιστές να πολεμήσουμε ενάντια των ιμπεριαλιστών.

Παρέλαβε μια Ρωσία με ξύλινο αλέτρι και την άφησε εξοπλισμένη με ατομικά όπλα. Ο,τι και να λέμε γι αυτόν τέτοιους άνδρες η ιστορία και οι λαοί δεν πρέπει να τους λησμονούν»

Το 1949, στα 70 χρόνια του Στάλιν, ο δολοφονημένος από το μοναρχοφασιστικό κράτος του εμφυλίου, Έλληνας κομμουνιστής, Ν. Μπελογιάννης, βροντοφώναξε:

Σύντροφοι και συντρόφισσες!

Σήμερα σ’ όλες τις γωνιές του κόσμου εκατοντάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι, μυριάδες αμέτρητες απλοί άνθρωποι, εύχονται από τα βάθη της καρδιάς τους χρόνια πολλά στο Στάλιν.

Ποτέ κανένας άνθρωπος στον κόσμο ύστερα από τον Λένιν δε συγκέντρωσε τόσα βουνά αγάπης και αφοσίωσης, αλλά και τόσους σωρούς από λυσσασμένο μίσος. Για κάθε τίμιο άνθρωπο, για κάθε αγωνιστή του δίκιου και της λευτεριάς, για την ατελείωτη φάλαγγα των κομμουνιστών, ο Στάλιν είναι ο σοφός δάσκαλος, ο αγαπημένος φίλος, ο δοξασμένος αρχηγός. Είναι η καρδιά της καρδιάς μας. Είναι ο «μπάρμπας» όπως με μια λέξη τον ονομάζει χαϊδευτικά ο λαός μας. Και αντίθετα για όλους τους εκμεταλλευτές, για όλους τους εχθρούς της προόδου, ο Στάλιν είναι ο πιο μισητός αντίπαλος, ο πιο φοβερός εφιάλτης τους και στον ύπνο και τον ξύπνιο τους.

Σήμερα ο Στάλιν ενσαρκώνει τους πόθους και τις επιθυμίες, τις ελπίδες και τα όνειρα εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι η προσωποποίηση μιας ολόκληρης εποχής, της πιο ιστορικής εποχής, που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα, της μεγάλης σταλινικής εποχής, της εποχής του Κομμουνισμού. Γι’ αυτό είναι και μεγάλος.

Στην ιστορία πολλούς είπανε και λένε μεγάλους. Όμως πολλοί λίγοι αξίζουν αυτόν τον τίτλο. Μεγάλος δεν μπορούσε να είναι ένας τυχοδιώκτης σαν τον Χίτλερ, που δοκίμασε να γυρίσει την ιστορία προς τα πίσω και ματοκύλισε τον κόσμο. Ούτε μπορεί να ‘ναι ποτέ μεγάλος ένας εγκληματίας σαν τον Τσόρτσιλ, τον εχθρό κάθε προοδευτικού κινήματος, τον εμπρηστή ενός νέου πόλεμου. Ο Στάλιν όμως είναι και παραείναι μεγάλος, όπως είναι κι ο Λένιν και ο Μαρξ. Ένας Ρώσος μαρξιστής, πολύ σωστά είπε ότι μεγάλος άνδρας είναι εκείνος που «βλέπει μακρύτερα από τους άλλους και θέλει δυνατότερα από τους άλλους». Το «να βλέπεις μακρύτερα από τους άλλους», σημαίνει να βλέπεις ότι η ιστορία κινιέται προς τα μπρος, προς την πρόοδο και ταυτόχρονα να συλλαμβάνεις κάθε φορά τους νόμους αυτής της κίνησης. Και το «να θέλεις δυνατότερα από τους άλλους», σημαίνει να ‘χεις όλη την αλύγιστη θέληση και δύναμη που χρειάζεται, για να μπεις επικεφαλής αυτής της ιστορικής κίνησης, να συντρίψεις κάθε παλιό και σάπιο και να οδηγήσεις την ανθρωπότητα σ’ έναν καινούργιο πιο πολιτισμένο, πιο ευτυχισμένο και πιο χαρούμενο δρόμο.

Σήμερα κανένας δε βλέπει μακρύτερα από τον Στάλιν και κανένας δεν έχει δυνατότερη θέληση από τον Στάλιν. Και βλέπει μακρύτερα από κάθε άλλον ο Στάλιν, γιατί στάθηκε ο καλύτερος, ο πιο πιστός μαθητής και συνεχιστής του έργου του Μαρξ και του Λένιν. Γι’ αυτό είναι καταπληκτική η δύναμη της επιστημονικής του πρόβλεψης. Όταν μιλάει ο Στάλιν, μιλάει η ζωή, η αλήθεια, η πείρα ολόκληρων αιώνων. Στα λόγια του καθρεφτίζεται ολοζώντανο το παρόν και ζωγραφίζεται με ακρίβεια το μέλλον.

Ο,τι λέει ο Στάλιν γίνεται.

Είπε πριν την επανάσταση ότι μπορεί η Ρωσία να ανοίξει πρώτη το δρόμο προς τον Σοσιαλισμό και τον άνοιξε.

Είπε ότι μπορεί να ανοικοδομηθεί ο Σοσιαλισμός στη Ρωσία και ανοικοδομήθηκε.

Είπε από το 1925 ότι θα νικήσει η Κινεζική Επανάσταση και νίκησε. Είπε, όταν ο Χίτλερ ήταν παντοδύναμος ότι ο Χιτλερισμός θα συντριβεί και συντρίφτηκε.

Είπε ότι θα ανοικοδομηθεί ο Κομμουνισμός στη Ρωσία και ανοικοδομείται. Κι όταν σήμερα ο Μαλένκοφ, ένας από τους πιο καλούς μαθητές του Στάλιν, λέει πως «αν οι ιμπεριαλιστές εξαπολύσουν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, ο πόλεμος αυτός θα ναι ο τάφος όχι μονάχα για μερικά καπιταλιστικά κράτη ξεχωριστά, μα για ολάκερο τον Καπιταλισμό, ποιος αμφιβάλλει ότι κι αυτό θα γίνει;».

Κι έχει την πιο δυνατή θέληση ο Στάλιν, γιατί η πίστη του είναι βουνό και η επίμονη του αμέτρητη. Για τον Στάλιν, δεν υπάρχουν εμπόδια και δυσκολίες αξεπέραστες, δεν υπάρχουν φρούρια απόρθητα. Πρωταθλητής στην σκληρή πάλη για τον παγκόσμιο Κομμουνισμό, ο Στάλιν διαπαιδαγωγεί όλα τα στελέχη του με το ίδιο του το παράδειγμα στην πάλη με τις δυσκολίες, υπόδειγμα αυταπάρνησης και αυτοθυσίας.

«Να μην αμφιβάλλετε σύντροφοι», γράφει το 1929 στις οργανώσεις και τα μέλη του κόμματος που τον ευχήθηκαν για τα 50χρονα του, «να μην αμφιβάλλετε ότι είμαι έτοιμος και τώρα και πάντοτε να δώσω στην υπόθεση της εργατικής τάξης, της προλεταριακής επανάστασης και του παγκόσμιου Κομμουνισμού, όλες μου τις ικανότητες κι αν χρειαστεί ακόμα και την τελευταία σταγόνα από το αίμα μου».

Ποιος από τους αντίπαλους μας έχει να επιδείξει παραδείγματα αυτοθυσίας στα «ιδανικά» τους; Μήπως ο Τρούμαν και ο Άτλι; Μήπως ο Τσαλδάρης και ο Φράνκο; Ή μήπως η βασίλισσα της Ολλανδίας ή ο Τσαγκ Κάι Σεκ; Τα «ιδανικά» τους, αυτά που λένε ιδανικά, είναι ψεύτικα, κάλπικα. Γι’ αυτό και οι ίδιοι είναι κάλπικοι και η ιστορία θα τους πετάξει στα σκουπίδια της. Τους μεγάλους ήρωες τους γεννούν τα μεγάλα ιδανικά, το ιδανικό του Κομμουνισμού. Αυτό ζει ακόμα κι όταν πεθαίνουν.

«Θα έπαιρνα τον ίδιο δρόμο, αν θα ξανάρχιζα τη ζωή μου, γιατί ο Κομμουνισμός είναι τα νιάτα του κόσμου», γράφει λίγες στιγμές πριν τουφεκιστεί από τους χιτλερικούς ο αλησμόνητος Γάλλος διανοούμενους Γκαμπριέλ Περί. Και μια Κινέζα κομμουνίστρια, που καταδικάστηκε σε θάνατο, φωνάζει στους στρατοδίκες της: «Εγώ ξέρω γιατί έζησα και γιατί πεθαίνω. Εσείς μπορείτε να μου πείτε γιατί ζείτε;».

Ο Βούλγαρος Λιουτιμπρότσκι, την ώρα που θα του περνούσαν οι δήμιοι το σκοινί στον λαιμό, γράφει στον πατέρα του, που λύγισε και του προτείνει να αποκηρύξει το κόμμα του για να σωθεί: «Τι μας χρειάζεται, πατέρα, η ζωή μας, αν σώζοντάς την μείνουμε μονάχα ζωντανά πτώματα που βρομούν; Θα βαδίσω προς την κρεμάλα ήσυχος και χαρούμενος με καθαρή τη συνείδηση, ότι στη σύντομη, μα γεμάτη αγώνες για τη λευτεριά ζωή μου, δε ντρόπιασα ούτε το όνομα του κόμματος, ούτε το δικό σου, πατέρα. Και με το σκοινί στο λαιμό σας φωνάζω: Ψηλά το κεφάλι πατέρα, αγαπημένη μου γυναίκα, μικρό μου παιδί, που δε σε είδα ποτέ…».

Ακόμα ο Χρήστος Φιλίδης γράφει το ’43 στην αδελφή του, όταν πάνε να τον εκτελέσουν: «Δεν έχει σημασία το πόσο θα ζήσεις και ποτέ θα πεθάνεις αλλά πώς θα ζήσεις και πώς θα πεθάνεις».

Και ακόμα με το ιδανικό του Κομμουνισμού και με το παράδειγμα του Στάλιν διαπαιδαγωγήθηκαν και πρόσφεραν σήμερα, ο,τι πολυτιμότερο είχαν χιλιάδες Έλληνες κομμουνιστές, από τον αξέχαστο Αναστασιάδη μέχρι τον νεαρό αγρότη της πιο απομακρυσμένης γωνίας της χώρας μας. Ο,τι πιο αγνό και μεγάλο, ο,τι πιο αληθινό και ανθρώπινο, ο,τι δυνατό και ηρωικό έχει να δείξει η ιστορία σήμερα, αυτό γεννιέται από τις ιδέες του Κομμουνισμού, το εμπνέει ο Στάλιν, που ενσαρκώνει την αλύγιστη θέληση και απόφαση εκατομμυρίων μαζών για το γκρέμισμα της σκλαβιάς και το χτίσιμο μιας καινούργιας φωτεινής και χαρούμενης ζωής.

Ο Στάλιν ανάθρεψε και διαπαιδαγώγησε το μεγάλο επιτελείο του κομμουνισμού, το Μάο Τσε Τουνγκ, τον Τορέζ, τον Τολιάτι, τον Ράκοσι, τον Πόλιτ, τον Γκότβαλντ, τον Τσερβενκόφ, τον Πικ, την Πασιονάρα, τον Ντεζ, τον Πρέστες, τον Ζαχαριάδη και τόσους άλλους αγαπημένους ηγέτες των λαών της γης.

Γι’ αυτό σήμερα από τη μια άκρη της γης ίσαμε την άλλη, ο Γάλλος εργαζόμενος, κι ο Ινδός δουλοπάροικος, ο Ιταλός εργάτης κι ο μαύρος της Αφρικής, ο Έλληνας αγρότης κι ο τσοπάνος της Μογγολίας, καθένας που κερδίζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του, εύχεται στο Στάλιν από τα τρίσβαθα της καρδιάς του να ζει πολλά, παρά πολλά χρόνια.
Αλλά, σύντροφοι, η καλύτερη τιμή, το λαμπρότερο δώρο που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στον αγαπημένο μας Στάλιν θα είναι να προσπαθούμε όλοι, με μια επίμονη, αδιάκοπη προσπάθεια, να γίνουμε άξια παιδιά του. Το όνειρο κάθε αγωνιστή, πρέπει να ναι να μοιάσει όσο περισσότερο μπορεί με τον Στάλιν.

Να διδαχτούμε από τη σοφία του, που με κρυσταλλένια λαμπρότητα και απλότητα βρίσκεται μέσα στα έργα του.

Να μαθαίνουμε, όπως ο Στάλιν, να διδασκόμαστε από το λαό, από τις μάζες. Να διδαχτούμε από τις έξοχες οργανωτικές του ικανότητες, από τη δύναμη να διαλέγει τα στελέχη και να οργανώνει τον έλεγχο της δουλείας. Να μας γίνει παράδειγμα η ιδιωτική ζωή του, η απλότητα και η σεμνότητά του, η αποστροφή του στους θορυβοποιούς, τους φλύαρους, τους κόλακες και τους δουλοπρεπείς ανθρώπους.

Σύντροφοι και συντρόφισσες!

Σήμερα όλοι οι ταπεινοί και κατατρεγμένοι της γης ορκίζονται στ’ όνομα του Στάλιν. Όλοι όσοι ζουν στην καταφρόνια πιστεύουν ότι θα γίνουν το παν, γιατί τον αγώνα τους τον καθοδηγεί ο Στάλιν. Κι όλοι εμείς οι Έλληνες αγωνιστές, πιστεύουμε πως έπαθλο του αγώνα μας θα ναι σύντομα η λαϊκοδημοκρατική σοσιαλιστική Ελλάδα, γιατί τον ηρωικό μας αγώνα τον παραστέκει ο Στάλιν και γιατί θα κάνουμε ο, τι μπορούμε να φανούμε αντάξιοι του μεγάλου μας δάσκαλου και αγαπημένου μας συντρόφου και φίλου.

Στ’ όνομα του Στάλιν, για τα μεγάλα μας ιδανικά, ποτίστηκε με το αίμα των ηρώων μας και κάθε γωνία της πατρίδας μας. Κι αν αυτή τη στιγμή μπορούσε μαζί μας να φωνάξουν οι πολιτείες και τα βουνά μας, οι κάμποι και τα χώρια μας, θα φώναζαν και θα λέγαν: Ζήσε ακόμα πολύ, παρά πολύ, μεγάλε Στάλιν!»(Νικου Μπελογιαννη Αρθρα και Λογοι»,εκδοσεις Πορεια 1977, ανατυπωθηκε απο το εκδοτικο «Νεα Ελλαδα»1953)

Ο Έλληνας μουσικοσυνθέτης Μ. Θεοδωράκης είχε γράψει σε επιστολή στα ΝΕΑ:

Και από τον Στάλιν δεν θυμάστε παρά μόνο τα εγκλήματά του… Το μόνο που δεν άκουσα γι’ αυτόν είναι ότι με το πρωινό του έτρωγε τηγανητό ανθρώπινο κρέας. Για κείνον τον Στάλιν, τον Αρχιστράτηγο του Κόκκινου Στρατού με τις νίκες στο Στάλινγκραντ, στη Μόσχα, στο Λένινγκραντ και στο Βερολίνο, δεν έχετε τίποτα να πείτε;

Αν έλειπε ο Κόκκινος Στρατός και ο Στάλιν, τι θα είχαμε σήμερα; Αραγε το σκεφτήκατε; Ποιος θα εμπόδιζε τον Χίτλερ να γεμίσει την υφήλιο με χιλιάδες Αουσβιτς; Φαντάζεστε την Ελλάδα γεμάτη με στρατόπεδα εξόντωσης; Εκεί πάνω στην Ευρώπη και ειδικά στα ρατσιστικά κράτη, ξέρω γιατί πονάνε και τα βάζουνε με τον Στάλιν και τον κομμουνισμό. Γιατί νίκησε κατά κράτος τον πολυαγαπημένο τους Φύρερ. Τον Αδόλφο Χίτλερ!

Ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, Γ. Ρίστρος, γράφει στο άκουσμα του θάνατού του:

Όχι, δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι αλήθεια.
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις
Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε.
Είναι παρών ο Στάλιν στο παγκόσμιο πόστο του.
Ο Στάλιν ανεβάζει στις επάλξεις των πέντε ηπείρων τις σημαίες της ειρήνης.
Ο Στάλιν ετοιμάζει με το σκόρπιο αλεύρι του κόσμου
Ένα ολοστρόγγυλο καρβέλι υγείας…

…Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου.

Όταν σβύνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου
Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν’ ανάψει.
Όταν λείπει από το τραπέζι μας το ψωμί κι από το στρώμα μας τ’ όνειρο κι απ’ το δώμα μας το λυχνάρι είναι ο Στάλιν που ανάβει τα μεγάλα ηλεκτρικά στον ορίζοντα κι ακούμε κάτω από τα τούνελ της νύχτας τη βοή των τραίνων που μεταφέρουν λάδι και ψωμί και κάρβουνο στους πεινασμένους…

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες

Οι αιώνες σκαρφαλώνουν στην κορυφή της ψυχής του ν’ ανασάνουν μην πείτε πως ο ήλιος ορφάνεψε. Κοιτάχτε
Κάθε ήλιος και σελίδα – μέρα με την ημέρα – με τους ήλιους των 74 χρόνων του έφτιαξε ένα χοντρό βιβλίο από ατσάλι και τ’ ακούμπησε στα γόνατα του κόσμου
Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν
Το έργο του: Λευτεριά
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες κι ακούστε
Πάνου από την κόκκινη πλατεία στην εξέδρα του ήλιου
ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν μιλάει: «Υπερασπείστε, Λαοί, την Ειρήνη».
Ο Πάμπλο Νερούδα, το 1953, γράφει στην «Ωδή στον Στάλιν»:

Σύντροφε Στάλιν, στεκόμουν πλάι στη θάλασσα στην Ίσλα Νέγρα,
κι αναπαυόμουν από μάχες και ταξίδια,
όταν το νέο του θανάτου σου έφτασε σαν πάταγος του ωκεανού.
Έπεσε πρώτα η σιωπή, βουβάθηκαν τα πάντα, κι ύστερα ήρθε απ’ τη θάλασσα ένα μεγάλο κύμα.
Από φύκια, από ανθρώπους κι από μέταλλα, πέτρες, αφρούς και δάκρυα ήταν φτιαγμένο αυτό το κύμα.
Από την ιστορία, το χώρο και το χρόνο συγκέντρωσε την ύλη του
κι υψώθηκε θρηνητικά πάνω απ’ τον κόσμο
ώσπου μπροστά στα μάτια μου σείστηκε η ακτή
και γκρέμισε την πόρτα μου το θλιβερό μαντάτο του
με μια κραυγή θεόρατη
λες κι άξαφνα συντρίφτηκε η γη.

Ήταν το 1914.
Στις φάμπρικες στοιβάζονταν ο σπαραγμός και τα σκουπίδια.
Οι πλούσιοι του νέου αιώνα
ξέσκιζαν με δαγκωματιές και μοίραζαν πετρέλαιο και νησιά, κανάλια και χαλκό.
Και ούτε μια σημαία τα χρώματά της δεν ξεδίπλωσε
χωρίς να ’χουν κηλίδες από αίμα.
Απ’ το Χονγκ Κονγκ ως το Σικάγο η αστυνομία
έψαχνε ντοκουμέντα και προβάριζε
τα μυδραλιοβόλα της στη σάρκα του λαού.
Πολεμικά εμβατήρια απ’ τ’ άγρια χαράματα
έστελναν στρατιωτάκους να πεθάνουν.
Ξέφρενος ήτανε των γκρίνγκος ο χορός
σε Παριζιάνικες μπουάτ τίγκα στην κάπνα.
Αιμορραγούσαν οι άνθρωποι.
Μια αιμάτινη βροχή
έπεφτε απ’ τη γη,
λεκιάζοντας τ’ αστέρια.
Και τότε πρεμιέρα έκαν’ ο θάνατος με σιδερένια πανοπλία.
Η πείνα
στους δρόμους της Ευρώπης
μπήκε σαν παγωμένος άνεμος φύλλα ξερά λιχνίζοντας και κόκαλα σπασμένα.
Σάρωνε το φθινόπωρο κουρέλια.
Σερνότανε ο πόλεμος στους δρόμους.
Μια μυρωδιά από χειμώνα κι από αίμα
ανάδινε η Ευρώπη
σάμπως σφαγείο παρατημένο.
Στο μεταξύ τ’ αφεντικά
του άνθρακα
του σίδερου
του χάλυβα
του καπνού
των τραπεζών
του φυσικού αερίου
του χρυσού
του αλεύρου
του νίτρου
της εφημερίδας El Mercurio
οι ιδιοχτήτες των μπουρδέλων
οι Βορειοαμερικάνοι γερουσιαστές
οι πειρατές,
σκασμένοι απ’ το χρυσάφι και το αίμα
όλου του κόσμου,
ήταν μαζί κι αφεντικά
της Ιστορίας.
Απάνω εκεί στρογγυλοκάθονταν
με φράκα, πνιγμένοι στη δουλειά
μοιράζοντας παράσημα,
επιταγές χαρίζοντας στην είσοδο
για να τις κλέψουν πάλι με την έξοδο,
προσφέροντας μετοχές απ’ το χασάπικο
και ξεκολλώντας με δαγκωματιές
κομμάτια του λαού και της γεωγραφίας.

Τότε με ντύσιμο απλό
κι εργατικό κασκέτο
μπήκε ο άνεμος,
εμπήκε του λαού ο άνεμος.
Ήταν ο Λένιν.
Άλλαξ’ η γη, ο άνθρωπος, η ζήση.
Ο επαναστάτης αέρας της λευτεριάς
σκόρπισε τα χαρτιά
τα λεκιασμένα. Γεννήθηκε μια χώρα
που δε σταμάτησε ποτέ να μεγαλώνει.
Μεγάλη όσο κι ο κόσμος, αλλά χωράει
ως και στην καρδιά του πιο
μικρού
εργάτη του γραφείου ή της φάμπρικας,
του πλοίου ή του χωραφιού.
Ήταν η Σοβιετική Ένωση.

Δίπλα στον Λένιν
προχώραγε ο Στάλιν
κι έτσι, με άσπρη μπλούζα,
και με το γκρί κασκέτο του εργάτη,
ο Στάλιν,
με το γαλήνιο βήμα του,
μπήκε στην Ιστορία με συνοδιά
τον Λένιν και τον άνεμο.
Ο Στάλιν από τότε
έχτισε. Όλα
τα χρειαζούμενα. Παράλαβε ο Λένιν απ’ τους τσάρους
αράχνες και κουρέλια.
Ο Λένιν άφησε κληρονομιά
για μια πλατιά κι ελεύθερη πατρίδα.
Ο Στάλιν την εγέμισε
σχολεία και αλεύρι,
τυπογραφεία και μήλα.
Ο Στάλιν, απ’ το Βόλγα
μέχρι τα χιόνια
του απροσπέλαστου Βορρά
το χέρι του έβαλε κι απάνω του ένας άνθρωπος
που άρχισε να χτίζει.
Οι πόλεις γεννηθήκανε.
Οι στέπες τραγουδήσαν
πρώτη φορά με του νερού τα λόγια.
Τα ορυκτά
αναδύθηκαν,
βγήκαν
από τα σκοτεινά τους όνειρα,
υψώθηκαν,
κι έγιναν ράγιες και τροχοί,
λοκομοτίβες, σύρματα
που κουβαλάγανε ηλεκτρισμένες συλλαβές
σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.

Ο Στάλιν
έχτιζε.
Από τα χέρια του
ξεφύτρωσαν
σιτοβολώνες,
τραχτέρια,
σπουδαστήρια,
δρόμοι,
κι αυτός εκεί,
απλός όπως εσύ κι όπως εγώ,
άμα εσύ κι εγώ μπορούσαμε
να ’μαστ’ απλοί όπως κι εκείνος.
Αλλά θα το μπορέσουμε.
Η απλότητά του κι η σοφία του,
η φτιαξιά του
από γλυκό ψωμί κι από ατσάλι αλύγιστο
μας βοηθάει να είμαστ’ άνθρωποι την πάσα ημέρα,
την πάσα ημέρα μάς βοηθάει να είμαστ’ άνθρωποι.
Να είμαστε άνθρωποι! Αυτός είναι
ο σταλινικός νόμος!
Δύσκολο να ’ναι κανείς κομμουνιστής.
Θα πρέπει να το μάθει.
Να είμαστε άνθρωποι κομμουνιστές
είναι ακόμα δυσκολότερο,
και πρέπει να το μάθουμε απ’ τον Στάλιν,
από την ήρεμή του δύναμη,
από την μπετονένια διαύγειά του,
την περιφρόνησή του
στα φληναφήματα,
στην κούφια αφηρημένη αρθρογραφία.
Αυτός επήγε κατευθείαν
στο ψαχνό
την ίσια δείχνοντας
ξεκάθαρη γραμμή,
μπαίνοντας στα προβλήματα
χωρίς τα λόγια εκείνα που κρύβουν
την κενότητα,
στο αδύναμο το κέντρο ακριβώς,
που θα διορθώσουμε με το δικό μας τον αγώνα,
κλαδεύοντας τ’ αγριόχορτα,
κάνοντας να φανεί το σχήμα των καρπών.

Ο Στάλιν είναι το καταμεσήμερο,
είναι η ωριμότητα ανθρώπου και λαών.
Το είδανε στον πόλεμο
οι γκρεμισμένες πόλεις
να βγάζει μέσα απ’ τα ερείπια
την ελπίδα,
και να την πλάθει απ’ την αρχή
για να την κάνει ατσάλι,
και να ορμάει με τη λάμψη της
συντρίβοντας
τα οχυρά του ερέβους.
Βόηθησε ως και τις μηλιές
της Σιβηρίας
να δώσουνε καρπό μέσα στην καταιγίδα.
Στα πάντα έμαθε
να μεγαλώνουν, να ψηλώνουν,
το ’μαθε στα φυτά, στα μέταλλα,
στα πλάσματα τα ζωντανά και στα ποτάμια
να μεγαλώνουν έμαθε,
καρπό να δίνουν και φωτιά.
Έμαθε σ’ όλους την Ειρήνη
κι έτσι σταμάτησε
με το φαρδύ του στήθος
τους λύκους του πολέμου.

Μπροστά στη θάλασσα της Ίσλα Νέγρα, το πρωί,
ύψωσα τη σημαία της Χιλής μεσίστια.
Ήταν η ακτή ερημική και μια ασημένια ομίχλη
γινόταν ένα με του ωκεανού το μεγαλόπρεπο αφρό.
Μεσίστιο, μέσα στον κάμπο του γλαυκού,
και το μοναχικό αστέρι της πατρίδας μου,
ανάμεσα ουρανού και γης, έμοιαζε δάκρυ.
Πέρασε κάποιος χωριανός, χαιρέτησε συμπάσχοντας,
κι έβγαλε το καπέλο του.
Ένα παιδί ήρθε και μου άπλωσε το χέρι.
Κι αργότερα αυτός που ψάρευε αχινούς, ο γερο-βουτηχτής
και ποιητής
ο Γκονσαλίτο, ήρθε κοντά και με συντρόφεψε κάτω απ’ τη σημαία.
«Ήτανε ο πιο σοφός απ’ όλους τους ανθρώπους», μου είπε
κοιτάζοντας τη θάλασσα με τα γέρικά του μάτια, με τα αρχαία
μάτια του λαού.
Κι ύστερα, για ώρα πολλή δε βγάλαμε μιλιά.
Ένα κύμα
ταρακούνησε τις πέτρες της στεριάς.
«Αλλά ο Μαλενκόφ θα συνεχίσει τώρα το έργο του», συμπλήρωσε
κι ανασηκώθηκε ο φτωχός ψαράς με το τριμμένο του σακάκι.
Τον κοίταξα κατάπληκτος και σκέφτηκα: Πώς, πώς το ξέρει;
Από πού το ’μαθε, σε τούτη εδώ την έρημη ακτή;
Και το κατάλαβα πως είχε μάθει από τη θάλασσα.

Κι εκεί, μες στην αγρύπνια μας, ένας ποιητής,
ένας ψαράς κι η θάλασσα, κοιτάζουμε
τον Καπετάνιο απόμακρα, όπου τραβώντας για το θάνατο
άφησε σ’ όλους τους λαούς, κληρονομιά, τη ζήση του.

Από μεριάς μας δεν μπορούμε παρά να σκύψουμε το κεφάλι στους κομμουνιστές της εποχής και αυτά που γράφουν, να συνεχίσουμε να μελετάμε την ιστορία αποδίδοντας τα του καίσαρος τω καίσαρι, δίχως αγιοποιήσεις και «πατερούληδες», μα και χωρίς αφορισμούς, αναλύοντας κάθε ιστορικό πρόσωπο με βάση την εποχή του και τις ανάγκες της.

Σε όσους προβάλουν τα αντι-ιστορικά, αντιεπιστημονικά επιχειρήματα τύπου «Τι Στάλιν, τι Χίτλερ», «κόκκινος φασισμός» κλπ, θα απαντάμε πάντα με την ίδια εκείνη κόκκινη σημαία των λαών στο Ράιχσταγκ.

Σχετική εικόνα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μείνετε ενημερωμένοι